πεντακόσιοι (pentakosioi)

da πέντε e ἑκατόν
Numero Strong: G4001
aggettivo

1) cinquecento

πεντακόσια: acc. pl. neut.
πεντακοσίοις: dat. pl. masc.

cinquecento: 2
Totale: 2

Trova parola:

α β γ δ ε ζ η θ ι κ λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ φ χ ψ ω